ΠΡΟΛΗΨΗ

 

Η πρόληψη του καρκίνου του μαστού ξεκινά από τις επιλογές που κάνει η κάθε γυναίκα για ένα υγιή τρόπο ζωής.

Βήματα για να μειώσουμε τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού

  1. Περιορισμός κατανάλωσης αλκοόλ. Όσο πιο πολλά οινοπνευματώδη πότα καταναλώνετε τόσο αυξάνει ο κίνδυνος.Προσπαθήστε να μήν πίνεται πάνω από ένα πότο την ημέρα.
  2. Διακοπή καπνίσματος. Όλο και περισσότερες μελέτες σχετίζουν τον κίνδυνο του καρκίνου του μαστού με το κάπνισμα κυρίως σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
  3. Διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους. Οι υπέρβαρες ή παχύσαρκες γυναίκες έχουν αυξημένο κίνδυνο γιά καρκίνο του μαστού κυρίως όταν το σωματικό βάρος αυξάνει με την εμμηνόπαυση.
  4. Σωματική άσκηση. Η γυμναστική οφελεί στη διατήρηση ενός φυσιολογικού σωματικού βάρους και η σύσταση είναι γιά τουλάχιστον 150 λεπτά την εβδομάδα μιάς ήπιας σωματικής άσκησης ή 75 λεπτά εργώδους αεροβικής άσκησης σύν ασκήσεις ενδυνάμωσης τουλάχιστον 2 φορές την εβδομάδα.
  5. Θηλασμός. Όσο πιο πολύ διαρκεί ο θηλασμός τόσο μεγαλύτερη είναι η προστασία για το μαστό.
  6. Χαμηλότερη δόση και διάρκεια θεραπειών ορμονικής υποκατάστασης. Οι συνδιασμένες ορμονικές θεραπείες για περισσότερο από 3-5 έτη αυξάνουν τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού. Συζητήστε με το θεράποντα ιατρό για τις επιλογές που έχετε καθώς και τους κινδύνους ώστε να λάβετε την αγωγή με ασφάλεια.

Συζητήστε με τον ιατρό σας ποιο είναι το πρόγραμμα παρακολούθησης που προβλέπεται για εσάς ανάλογα με τα ατομικά χαρακτηριστικά σας, την ηλικία σας και το κληρονομικό ιστορικό σας.

Γενικά σε άτομα με χαμηλό κίνδυνο για καρκίνο του μαστού προτείνουμε ένα πρώτο μαστογραφικό έλεγχο στην ηλικία των 35 ετών και επίσημο πρόγραμμα παρακολούθησης με μαστογραφία μετά τα 40 έτη και μεσοδιαστήματα ανάλογα με την πυκνότητα των μαστών. Οι γυναίκες πρέπει να εξετάζονται κάθε χρόνο στα πλαίσια του προληπτικού ελέγχου απο τον ιατρό με ψηλάφηση και συμπληρωματικές εξετάσεις ανάλογα με την περίπτωση.

Γυναίκες υψηλού κινδύνου

Η αναγνώριση των γυναικών που είναι σε αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού αφορά στην αξιολόγηση του οικογενειακού ιστορικού και πιθανώς γονιδιακό έλεγχο, την αξιολόγηση του ατομικού ιστορικού και των προηγούμενων βιοψιών στο μαστό και την αξιολόγηση της πυκνότητας των μαστών.

Αρκετές γυναίκες έχουν συγγενείς εξ αίματος με καρκίνο του μαστού χωρίς όμως αυτό να τους αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού. Μόνο το 1-2% των καρκίνων του μαστού οφείλονται σε κληρονομούμενα γονίδια και οι γυναίκες που τα φέρουν έχουν ποσοστό νόσου εώς 85% σε όλη τους τη ζωή. Αυτό αξιολογείται όταν οι γυναίκες έχουν 2 ή περισσότερους συγγενείς πρώτου ή δευτέρου βαθμού με καρκίνο του μαστού ή ωοθηκών, όταν ο καρκίνος του μαστού συμβεί σε κοντινή συγγενή πρίν την ηλικία των 50 ετών, σε οικογενειακό ιστορικό καρκίνου μαστού και ωοθηκών, άνδρες συγγενείς με καρκίνο του μαστού κ. α.

Ο κίνδυνος για καρκίνο του μαστού αυξάνει σε γυναίκες που νόσησαν από καρκίνο και έλαβαν ακτινοθερεπεία, σε ηλικία 10-30 ετών, για παράδειγμα ασθενείς με Hodgkin που έκαναν ακτινοθεραπεία έχουν αυξημένο κίνδυνο 15-30 χρόνια μετά την ακτινοβολία.

Οι γυναίκες που σε προηγούμενη βιοψία μαστού είχαν άτυπη υπερπλασία των πόρων, άτυπη λοβιακή υπερπλασία ή λοβιακό καρκίνωμα in situ έχουν αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού εώς 10-20% για όλη τους τη ζωή.

Η διάχυτα έντονα αυξημένη πυκνότητα των μαστών σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού σχεδόν 6 φορές μεγαλύτερο από αυτό των γυναικών της ίδιας ηλικίας με ηπιότερη εικόνα πυκνότητας.

Η παρακολούθηση των γυναικών αυτών ξεκινά πιο νωρίς ηλικιακά με μαστογραφικό έλεγχο και με μαγνητική τομογραφία μαστών ανάλογα με το προφίλ της κάθε γυναίκας. Σε διεγνωσμένη επίσημη επιβάρυνση η γυναίκα που βρίσκεται σε υψηλό κίνδυνο μπορεί να συζητήσει με το θεράποντα και άλλες επιλογές εκτός απο την συχνή παρακολούθηση όπως την φαρμακευτική προφύλαξη ή επεμβάσεις μείωσης του κινδύνου.